
Νέα έρευνα του MIT σοκάρει: Το AI μπορεί να αυτοματοποιήσει 20 εκατ. θέσεις εργασίας. Μάθετε πώς το Iceberg Index προβλέπει το μέλλον της αγοράς και της οικονομίας.

Εν μέσω μιας αβέβαιης παγκόσμιας αγοράς εργασίας, μαίνεται μια έντονη συζήτηση σχετικά με το αν το σύγχρονο AI (Τεχνητή Νοημοσύνη) αποτελεί πραγματική απειλή αντικατάστασης για τους εργαζόμενους — ή αν απλώς παρέχει στις διοικήσεις μια δικαιολογία για αναδιάρθρωση και περικοπές. Το ερώτημα αυτό απασχολεί έντονα και την κοινότητα στην Ελλάδα, καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται ραγδαία.
Η απάντηση δεν είναι απολύτως ξεκάθαρη, αλλά μια νέα, αποκαλυπτική μελέτη από το κορυφαίο Massachusetts Institute of Technology (MIT) έρχεται να ρίξει φως (και λάδι στη φωτιά) σχετικά με το μέλλον της εργασίας.
Αναλύοντας δεδομένα για 151 εκατομμύρια Αμερικανούς εργαζόμενους, οι ερευνητές κατέληξαν σε ένα βαρυσήμαντο συμπέρασμα: τα σημερινά συστήματα AI είναι ήδη αρκετά ώριμα και προηγμένα ώστε να αυτοματοποιήσουν τις εργασίες περισσότερων από 20 εκατομμυρίων εργαζομένων.
Αυτό το νούμερο αντιστοιχεί στο 11,7% του συνολικού εργατικού δυναμικού, εάν η τεχνολογία αναπτυχθεί πλήρως σε ολόκληρη τη χώρα.
Οι ερευνητές εστίασαν στο πόσα επαγγελματικά καθήκοντα θα μπορούσαν να αυτοματοποιηθούν από το AI, υπολογίζοντας παράλληλα τη χρηματική αξία κάθε καθήκοντος. Τα ευρήματα σηματοδοτούν μια πιθανή επανάσταση στον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων:
Για την εξαγωγή αυτών των συμπερασμάτων, οι συντάκτες της μελέτης χρησιμοποίησαν το Iceberg Index, ένα εξειδικευμένο εργαλείο που δημιουργήθηκε από κοινού από το MIT και το Oak Ridge National Laboratory (ORNL).
Το πρωτοποριακό αυτό εργαλείο προσομοιώνει τον τρόπο με τον οποίο το AI θα μπορούσε να επηρεάσει το εργατικό δυναμικό των 151 εκατομμυρίων ανθρώπων σε κάθε πολιτεία ξεχωριστά, αποδεικνύοντας ότι η επίδραση δεν περιορίζεται μόνο στα μεγάλα τεχνολογικά κέντρα, αλλά αφορά το σύνολο της οικονομίας.
«Βασικά, δημιουργούμε ένα ψηφιακό δίδυμο για την αγορά εργασίας των ΗΠΑ», δήλωσε χαρακτηριστικά στο CNBC ο διευθυντής του ORNL και συν-συγγραφέας της μελέτης, Prasanna Balaprakash.